δευτάτιος

δευτάτιος [pron. full] [ᾰ], α, ον, poet. for δεύτατος, Max.350.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δευτάτιος — δευτάτιος, ία, ον (Α) βλ. δεύτατος …   Dictionary of Greek

  • δευτατίου — δευτάτιος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δευτατίῃ — δευτάτιος fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύτατος — δεύτατος, η, ον και δευτάτιος, α και η, ον (Α) τελευταίος, έσχατος («δεύτατος ἦλθεν... Ἀγαμέμνων»). [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού δεύτερος με επίθημα δηλωτικό τού υπερθετικού βαθμού] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.